αλαφρώνω


αλαφρώνω
αλαφρώνω δες ελαφρώνω

Τα ρήματα της νέας ελληνικής. 2013.

Look at other dictionaries:

  • αλαφρώνω — ελαφρώνω*. [ΕΤΥΜΟΛ. < ρ. ἐλαφρῶ*. ΠΑΡ. νεοελλ. αλάφρωμα] …   Dictionary of Greek

  • αλαφρώνω — ωσα, ώθηκα, ωμένος, βλ. ξαλαφρώνω …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • αλάφρωμα — το [αλαφρώνω] το ελάφρωμα* …   Dictionary of Greek

  • ανακουφίζω — (Α ἀνακουφίζω) 1. λιγοστεύω το βάρος κάποιου πράγματος, ελαφρώνω, ξαλαφρώνω 2. σηκώνω, ανασηκώνω νεοελλ. Ι. ενεργ. 1. ελαφρώνω κάποιον από τα βάρη του, τις υποχρεώσεις ή τις οικονομικές δυσχέρειες, συντρέχω, βοηθώ, ενισχύω 2. απαλλάσσω κάποιον… …   Dictionary of Greek

  • ελαφρώνω — και αλαφρώνω (AM ἀλαφρῶ, όω) 1. καθιστώ κάτι ελαφρότερο με μείωση τού βάρους του 2. (για κλινοσκεπάσματα και ενδύματα) αφαιρώ για να ζεσταίνομαι λιγότερο νεοελλ. 1. (για ασθένεια) καθιστώ λιγότερο ενοχλητική ή επικίνδυνη 2. ανακουφίζω από θλίψη,… …   Dictionary of Greek

  • εξαλαφρώνω — και εξελαφρώνω και ξαλαφρώνω [αλαφρώνω] ανακουφίζω …   Dictionary of Greek

  • καρδιά — Μυώδες κοίλο όργανο με τέσσερις χώρους, η λειτουργία του οποίου είναι θεμελιώδης για την κυκλοφορία του αίματος, καθώς παραλαμβάνει το αίμα από τις φλέβες και ως αντλία το τροφοδοτεί στις αρτηρίες. Η κ. του ανθρώπου βρίσκεται στο πρόσθιο μέσο… …   Dictionary of Greek

  • ξαλαφρώνω — και ξελαφρώνω 1. μειώνω το βάρος, ελαφρύνω κάτι 2. γίνομαι ελαφρότερος («ξαλάφρωσε το πλοίο») 3. ανακουφίζω, ελαφρώνω 4. ανακουφίζομαι («θα σού τά πω να ξαλαφρώσω») 4. (για ασθενή) βελτιώνεται η υγεία μου, είμαι καλύτερα. [ΕΤΥΜΟΛ. < εξ… …   Dictionary of Greek